Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2009

Νεοφιλελευθερισμός: Πρόκληση ή μπλόφα*;

Κώστας Λάμπος
E-mail: prodial21@gmail.com
E: www.epithesh.blogspot.com
-----------------------


Όταν με το ξαφνικό, για πολλούς, ξέσπασμα της ενεργειακής κρίσης του 1973, αποκαλύπτονταν και πάλι μια νέα μεγάλη δομική κρίση του καπιταλισμού, οι θεωρητικοί της «μεταβιομηχανικής κοινωνίας», η οποία, όπως υποστήριζαν, «δεν είναι πια ο παλιός καπιταλισμός» αλλά κάτι διαφορετικό, κάτι καινούργιο που υπόσχονταν «οικονομική σταθερότητα και ανάπτυξη χωρίς φραγμούς και κρίσεις, με κράτος ευημερίας, πρόνοιας και δικαίου», άρχισαν να ακυρώνουν τις προσκλήσεις τους για τις πανηγυρικές διαλέξεις τους, μιας και το σκηνικό είχε ανατραπεί και κανένας δεν ήταν πια διατεθειμένος να τους υποδεχτεί και να τους χειροκροτήσει.

Από τότε αναζωπυρώνονται οι συζητήσεις για τα αίτια, αλλά και για τα μέτρα για το ξεπέρασμα της κρίσης. Και ενώ άρχισε να ξαναφουντώνει, μέρα με την μέρα, η συνολική αμφισβήτηση του καπιταλισμού και η σοσιαλιστική ιδεολογία με τη σοσιαλιστική πολιτική πρόταση προσπαθούσε, τινάζοντας από πάνω της το δογματισμό, τη βαριά κληρονομιά της ιστορικής της διάσπασης και την αποκρουστικότητα του υπαρκτού σοσιαλισμού, να οργανώσει σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο την επίθεσή της ενάντια στα ιδεολογικά επιτελικά στρατηγεία της καπιταλιστικής μητρόπολης, διαπιστώνει ξαφνιασμένη πως αυτά τα επιτελεία πέρασαν στην τακτική της αντεπίθεσης προκειμένου να οργανώσουν καλύτερα τη στρατηγική άμυνα του μονοπωλιακού κεφαλαίου και του δοσμένου διεθνούς ιμπεριαλιστικού καταμερισμού της εργασίας, που διασφαλίζει το Domino του μητροπολιτικού καπιταλισμού, στη σημερινή του ιεραρχία, με της Ενωμένες Πολιτείες στην κορυφή της πυραμίδας του. Το καινούργιο αυτής της νέας αντεπίθεσης του μονοπωλιακού καπιταλισμού είναι το γεγονός ότι αποφεύγει τη μετωπική αντιπαράθεση με τη σοσιαλιστική πρόταση. Δεν κινείται πια στη λογική κάποιου «αντικομουνιστικού μανιφέστου» που την αναγκάζει να γίνεται συνήγορος του διαβόλου , δηλαδή του μονοπωλιακού καπιταλισμού, δηλαδή του εαυτού της.

Αυτή η αντεπίθεση του μονοπωλιακού κεφαλαίου προσπαθεί ν συνθέσει τις προτάσεις της νεοκλασικής οικονομικής σχολής και κύρια του μονεταρισμού με την «αντικρατική» ιδεολογία του παραδοσιακού φιλελευθερισμού και την αντικοινωνική στάση της αγοραίας και φασίζουσας «αντικαπιταλιστικής» ιδεολογίας για λογαριασμό της ιδεολογίας του Ράμπο, του σκληρού καουμπόη του wild west, ακόμα και εκείνης της νιτσεϊκής αντίληψης του υπεράνθρωπου, του superman και του πειρατή της θαλασσοκράτειρας αποικιοκρατικής Αγγλίας.

Ο Νεοφιλελευθερισμός είναι ένα κράμα όλων αυτών, ένα ιδεολόγημα που ταιριάζει απόλυτα στην ψυχοσύνθεση όσων έχασαν ή κινδυνεύουν να χάσουν την αίγλη και τα λάφυρα του κοσμοπειρατή και του κοσμοχωροφύλακα. Σ’ αυτό μπορεί, ίσως μπορεί, να αναζητηθεί και η πολιτική αποδοχή του Νεοφιλελευθερισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και στην Αγγλία.

Ας δούμε όμως από κοντά τα στοιχεία του νεοφιλελευθερισμού Πρώτα – πρώτα ο Νεοφιλελευθερισμός αρνείται στο κράτος το δικαίωμα να παρεμβαίνει άμεσα στην οικονομία, γιατί κατ’ αυτόν η οικονομία είναι υπόθεση της ελεύθερης αγοράς, του ελεύθερου ανταγωνισμού των οικονομούντων ατόμων, της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Αυτή η θέση του Νεοφιλελευθερισμού αποτελεί και τον πρώτο μύθο αυτού του ιδεολογήματος. Και αυτό γιατί η άμεση ανάμειξη του καπιταλιστικού κράτους στην οικονομία ήταν επιλογή του ίδιου του κεφαλαίου που στόχευε στη διαμόρφωση της αναγκαίας υποδομής για τη μεγιστοποίηση του καπιταλιστικού κέρδους. Και όπου το καπιταλιστικό κράτος μπήκε το ίδιο στο οικονομικό παιχνίδι αυτό έγινε είτε για να καλύψει ζώνες οικονομικής αδιαφορίας του κεφαλαίου είτε για να εξυγιάνει και να περισώσει κλάδους αναγκαίας υποδομής, όπως επικοινωνίες, αυτοκινητόδρομοι, σιδηρόδρομοι, λιμάνια κλπ., από τη χρεοκοπία στην οποία τους είχε οδηγήσει το ίδιο το κεφάλαιο. Ακόμα η άμεση ανάμειξη του καπιταλιστικού κράτους στην οικονομία ήταν συνέπεια της πίεσης του συλλογικού καπιταλιστή για την αποτροπή της δημιουργίας ιδιωτικών μονοπωλίων σε στρατηγικούς τομείς όπως τράπεζες και συγκοινωνίες που θα μπορούσαν να στραγγαλίζουν τη δράση των άλλων μονοπωλίων που δρουν σε μη – στρατηγικούς τομείς της οικονομίας.

Γιατί όμως αρνούνται αυτή την πραγματικότητα οι νεοφιλελεύθεροι? Πιστεύω ότι αρνούνται την πραγματικότητα είτε από πολιτική υποκρισία για να εισπράξουν πολιτικά οφέλη σαν το αποτέλεσμα της πολιτικής δυσαρέσκειας των πολιτών απέναντι στο αυταρχικό καπιταλιστικό και κοινωνικά ανεξέλεγκτο κράτος, είτε γιατί πίσω απ’ αυτήν την πλήρη άρνηση της άμεσης παρέμβασης του κράτους στην οικονομία κρύβεται η επιλογή κάποιου ή κάποιων ιδιωτικών μονοπωλίων να βάλουν υπό τον αποκλειστικό έλεγχό τους στρατηγικούς κλάδους της καπιταλιστικής οικονομίας. Βέβαια στην περίπτωση που συμβεί κάτι τέτοιο εκτιμώ πως θα αντιδράσουν, δυναμικά, τα άλλα μονοπώλια, που σωστά θεωρούν κάποιους στρατηγικούς κλάδους «κοινούς». Πρόκειται για ένα ιδιότυπο ταξικό κομμουνισμό του μονοπωλιακού κεφαλαίου στο εσωτερικό της τάξης των καπιταλιστών, με διαχειριστή αυτού του ιδιότυπου κομμουνισμού το αυταρχικό καπιταλιστικό κράτος.

Το δεύτερο στοιχείο του Νεοφιλελευθερισμού είναι η άρνηση του κοινωνικού ρόλου του κράτους πρόνοιας, του κράτους δικαιοσύνης και του κράτους διαιτητή για την εξασφάλιση της αναγκαίας για τη δράση του κεφαλαίου «κοινωνικής ειρήνης». Η πρόταση του Νεοφιλελευθερισμού που στοχεύει στον περιορισμό των κρατικών δαπανών για την υγεία και την πρόνοια καταλήγει στην ανάθεση αυτών των δραστηριοτήτων στο φιλανθρωπισμό των εχόντων, των ιδρυμάτων, της εκκλησίας και των άμεσων συγγενών, χωρίς να αποκλείει και απ’ αυτό την ιδιωτική πρωτοβουλία.

Μπροστά σ όλα αυτά οι νεοφιλελεύθεροι υποκρίνονται πως τελικά δεν είναι δα και αναρχικοί. Χρειάζονται το κράτος και μάλιστα ένα ισχυρότερο κράτος. «Λιγότερο κράτος δεν σημαίνει ασθενέστερο κράτος…», αναφέρεται στο πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας . Ισχυρότερο «…μέσω της διαδικασίας επιβολής ισχυρών και αυστηρών κυρώσεων και βέβαια της ενίσχυσης των σωμάτων Ασφαλείας (των δυνάμεων καταστολής) μέσω της περιφρούρησης του κύρους τους και την αύξηση της ποσοτικής και ποιοτικής αποδοτικότητάς τους». Δεν πρόκειται φυσικά για κάτι καινούργιο. Αυτό το αίτημα, ακόμα και του πρώιμου καπιταλισμού ο Lassaleto το είχε χαρακτηρίσει πολιτική του κεφαλαίου για ένα «κράτος νυχτοφύλακα», όπως το ονειρεύτηκαν πάντα οι πιο αντιδραστικές δυνάμεις του καπιταλισμού με κύρια πολιτική έκφραση τη φασιστική ιδεολογία και τα φασιστικά κόμματα.

Το τρίτο στοιχείο του νεοφιλελευθερισμού είναι η απόπειρα απόσπασης του πολίτη από την κοινωνία για τη μετατροπή του σε «ελεύθερο άτομο», σε «ελεύθερο ιδιώτη» και τη μετατροπή της κοινωνίας σε ζούγκλα κανιβαλικών επιλογών, όπου επικρατεί το δίκαιο του ισχυρότερου.

Ο Μeyer, ένας απ’ τους θεωρητικούς του νεοφιλελευθερισμού υποστηρίζει συγκεκριμένα και απροκάλυπτα, ότι «δεν υπάρχει κάποια ανεξάρτητη οντότητα που να λέγεται κοινωνία. Η κοινωνία με την έννοια αυτή είναι ένας μύθος». Αν σ’ αυτή την αντίληψη προσθέσει κανείς την αντίληψη του Σουηδού νεοσυντηρητικού Sven Rydenfelt και στη συνέχεια της Τhacher , σύμφωνα με την οποία «τα συνδικάτα εκμεταλλεύονται, μέσω της κοινοβουλευτικής, της συνδικαλιστικής, της κυβερνητικής, και της κρατικής εξουσίας, τους επιχειρηματίες και το κεφάλαιο», πράγμα που, όπως ισχυρίζονται εμποδίζει τη μεγιστοποίηση του κέρδους και την οικονομική ανάπτυξη όπως οι νεοφιλελεύθεροι την κατανοούν, τότε όλοι μας κατανοούμε το μέγεθος της αντιδραστικότητας του νεοφιλελευθερισμού.

Θεωρώ πως αυτή η απόπειρα του νεοφιλελευθερισμού είναι η πιο επικίνδυνη, γιατί η ενδεχόμενη επιτυχία του να αποσυνθέσει την κοινωνία των θεσμικά συγκροτημένων πολιτών, που τείνουν σταδιακά μέσα απ’ τους δυναμικούς θεσμούς της να ξεπεράσουν τις δομές και τις πρακτικές της οικονομικής και πολιτιστικής αλλοτρίωσής τους, κινδυνεύει να εισάγει τον οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό κανιβαλισμό που θα ανοίξουν τους αστείρευτους ασκούς της βίας και θα φέρουν στην επιφάνεια ανελεύθερα και φασιστικά καθεστώτα τα οποία με τη σύγχρονη τεχνολογία θα μπορούσαν να ολοκληρώσουν την καπιταλιστική βαρβαρότητα μπλοκάροντας την ταξική πάλη των εργαζομένων, προϋπόθεση για την ανατροπή των νόμων της αδήριτης λογικής, της διαλεκτικής κίνησης της κοινωνίας, που τείνει αργά μα σταθερά να υπερβεί τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, τον κεφαλαιοκρατικό πολιτισμό.

Αυτή η προβληματική μας επιτρέπει να κατανοήσουμε ένα τέταρτο στοιχείο, την πολιτική τακτική του νεοφιλελευθερισμού, τόσο της ρηγκανικής όσο και της θατσερικής μορφής, απέναντι στην ΕΟΚ της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης με την κοινωνική πια διάστασή της, αλλά και στην προοπτική της Πανευρωπαϊκής Συνεννόησης, που σημαίνει. ΕΟΚ ναι, αλλά όχι μόνο σαν ενιαία αγορά, αλλά σαν κοινωνία των Ευρωπαίων πολιτών και συνεπώς όχι σε βάρος των φτωχών του Ευρωπαϊκού, (γεωγραφικού και κοινωνικού), Νότου, δηλαδή όχι σε βάρος των εργαζομένων, και ακόμα σημαίνει ΕΟΚ ναι, όχι όμως σε συνθήκες σύγκρουσης της Δυτικής με την Ανατολική Ευρώπη, αλλά σε κλίμα συνεννόησης και συνεργασίας ολόκληρης της Ευρώπης από τον Ατλαντικό ως τα Ουράλια.

Απέναντι σ’ αυτές τις δύο καινούργιες διαστάσεις που δίνουν στις εξελίξεις νέα προοπτική στην κοινή πορεία των ευρωπαϊκών λαών, ο ρηγκανικός νεοφιλελευθερισμός αντιδράει όσο μπορεί για να αποτρέψει αυτήν την εξέλιξη που θα αποδέσμευε τη Δυτική Ευρώπη απ’ την αμερικανική εξάρτηση. Το γεγονός πως η Θάτσερ συμπεριφέρεται περισσότερο σαν Αμερικάνα και λιγότερο σαν Ευρωπαία θα πρέπει να ερμηνευτεί σαν επιλογή του αγγλικού κεφάλαιου να διεκδικήσει το ρόλο του υπεργολάβου, του υποϊμπεριαλιστή στην περιοχή για λογαριασμό του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.

Καταλήγοντας για τα όσα μέχρι τώρα κατατέθηκαν σαν προβληματισμός θα μπορούσα να συμπεράνω πως ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί πράγματι μια πρόκληση. Μόνο που πρόκειται για μια επικίνδυνη και ίσως την πιο αντιδραστική πρόκληση του μονοπωλιακού κεφαλαίου που αποπειράται να αρνηθεί και να σταματήσει την πρόοδο. Όμως γι’ αυτό και, τελικά, δεν θα πετύχει και θα αποδεχτεί πως ήταν μια κακοστημένη μπλόφα. Μια μπλόφα απέναντι στην κοινωνία και στον άνθρωπο, μια μπλόφα που υποτίμησε τους μηχανισμούς άμυνας της κοινωνίας, αλλά και τη νοημοσύνη του πολίτη απέναντι σε κάθε απόπειρα πισωγυρίσματος,. Η αποκάλυψη τόσο της απειλής όσο και της μπλόφας του νεοφιλελευθερισμού είναι υπόθεση τόσο των οικονομικών και πολιτικών επιστημών, όσο και των θεσμών και των φορέων των συμφερόντων των εργαζομένων και της προόδου.

Θεωρώ πως αυτή την ιστορικά κρίσιμη περίοδο, η αντεπίθεση των προοδευτικών δυνάμεων πρέπει να είναι αποφασιστική, ενιαία και φυσικά αποτελεσματική. Η σοσιαλιστική πρόκληση μπορεί να είναι και πάλι το λάβαρο στον αγώνα να κάνει η κοινωνία, οριστικά , το επόμενο βήμα της για τον άμεσοδημοκρατικό, αυτοδιαχειριστικό σοσιαλισμό, για τον πολιτισμό των δυνάμεων της εργασίας, της προόδου και της ειρήνης, το μοναδικό πολιτισμό στα πλαίσια του οποίου μπορεί να διασφαλιστεί ο μεγαλύτερος βαθμός της ανθρώπινης ελευθερίας, της ελευθερίας του Ανθρώπου-πολίτη, σαν το άμεσο αποτέλεσμα της άμεσης συμμετοχής του στις διαδικασίες και στα όργανα λήψης των αποφάσεων για όλα τα θέματα που, άμεσα ή έμμεσα, τον αφορούν.

Τέλος να συμφωνήσουμε ότι όλα μπορούν να συζητηθούν και να ξανασυζητηθούν εκτός από τη χρησιμότητα της ύπαρξης της κοινωνίας. Αυτό νομίζω ότι το έλυσαν οριστικά οι μακρινοί μας πρόγονοι, οι τρογλωδίτες που συναποφάσισαν, μετά από εκατομμύρια χρόνια τραυματικής εμπειρίας να συγκροτήσουν την ανθρώπινη κοινωνία για να διασφαλίσουν οι ίδιοι μέσα από αυτή τη φυσική τους επιβίωση και να μπορούμε τώρα να διεκδικούμε κι εμείς την κοινωνική απελευθέρωσή μας.

Από αυτή την άποψη αφήνει αδιάφορους τους πολίτες η διαμάχη μεταξύ των εκφραστών του ιδιωτικού ή του κρατικού καπιταλισμού, για το λιγότερο ή το περισσότερο κράτος, γιατί ο σημερινός πολίτης γνωρίζει πως το υπέρτατο υποκείμενο των εξελίξεων είναι η ίδια, η θεσμικά συγκροτημένη κοινωνία. Η συγκροτημένη και γι’ αυτό άγρυπνη κοινωνία που αναζητά και σταδιακά επιβάλλει ένα ανθρωποκεντρικό και γι’ αυτό άμεσοδημοκρατικό, αυτοδιαχειριστικό σύστημα κοινωνικής συμβίωσης και οικονομικής παραγωγής. Η συγκροτημένη, αυτενεργή και σε αύξουσα κλίμακα αυτοπροσδιοριζόμενη κοινωνία που σταθερά κινείται προς τον πολιτισμό των δυνάμεων της εργασίας, προς τον σοσιαλιστικό ουμανισμό.

__________________________________

* Αυτό το κείμενο παρουσιάστηκε στην Ημερίδα που διοργάνωσε το Περιοδικό «Σοσιαλιστική Θεωρία και Πράξη», τον Απρίλη 1989 και δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα ΕΞΟΡΜΗΣΗ της 23.04.1989. Η ανάρτησή του, εδώ, έγινε δυνατή χάρη στην τεχνική υποστήριξη της Βαγγελίτσας Βουγιουκλάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια: